Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαλογιστέον
διαλογιστική
διάλογος
διαλογιστική,
ῆς
(
ἡ
)
s. e.
τέχνη
ou
δύναμις
, l’art
ou
la faculté de raisonner,
Plut.
M.
1004
d
.
Étym.
διαλογίζομαι
.