Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαλοιδορέω-ῶ
διαλοιδόρησις
διαλοξεύω
διαλοιδόρησις,
εως
(
ἡ
)
injure grossière,
Spt.
Sir.
27, 5
.
Étym.
διαλοιδορέομαι
.