Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαφευκτικός
διάφευξις
διαφέψω
διάφευξις,
εως
(
ἡ
) moyen de fuir, de s’échapper,
Thc.
3, 23 ;
Plut.
M.
977
e
.
Étym.
διαφεύγω
.