Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαπρακτέος
διάπραξις
διάπρασις
διάπραξις,
εως
(
ἡ
) achèvement d’une affaire,
Plat.
Conv.
184
c
.
Étym.
διαπράσσω
.