Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διασχίς
διάσχισις
διάσχισμα
διάσχισις,
εως
(
ἡ
) [
ῐσ
]
c. le préc.
Ath.
488
e
;
Thém.
289, 12
.
Étym.
διασχίζω
.