Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διασχηματίζω
διασχημάτισις
διασχιδής
διασχημάτισις,
εως
(
ἡ
) [
μᾰῐσ
] action de donner une forme, de modeler,
Procl.
Ptol.
p. 16
a
.
Étym.
διασχηματίζω
.