Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαθριαμϐεύω
διαθρίζω
διαθροέω
δι·αθρίζω
(
seul.
ao. 3 sg.
διέθρισε
) couper les épis,
Q. Sm.
8, 322
.
Étym.
p.
*διαθερίζω
,
de
διά, ἀθερίζω
.