Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαυχενίζομαι
διαυχένιος
διαυχέω-ῶ
δι·αυχένιος,
ος, ον,
qui traverse le cou,
Plat.
Tim.
73
e
.
Étym.
διά, αὐχήν
.