Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διδακτήριον
διδακτικός
διδακτός
διδακτικός,
ή, όν
[
δῐ
] propre à instruire, didactique,
Phil.
2, 412 ;
NT.
1 Tim.
3, 2 ;
2, 2, 24
.
Étym.
διδάσκω
.