Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διδυμόχροος
διδυμόχρους
Διδώ
διδυμό·χρους
ou
διδυμό·χρως
(
ὁ, ἡ
)
c. le préc.,
seul. acc. pl.
-χροας,
Nonn.
D.
21, 214
.