Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διεξαρτάω-ῶ
διεξατμίζω
διεξᾴττω
δι·εξατμίζω
(
ao. 3 sg.
διεξήτμισεν
) s’évaporer complètement,
Hpc.
506, 27
.