δισκοϐόλος

δισκοειδής

δισκόραξ
δισκο·ειδής, ής, ές, qui a la forme d’un disque, Plut. M. 891c ; Diosc. 2, 186 ; DL. 8, 77 ; etc.
Étym. δίσκος, εἶδος.