δορίμαργος

δορίμαχος

δοριμήστωρ
δορί·μαχος, ος, ον [ῐᾰ] qui combat avec la lance, Timoth. fr. 7 ||
E Épq. δουρίμαχος, Oracl. (Sch.-Il. 2, 543, dout.).