δοξασία

δόξασμα

δοξασμός
δόξασμα, ατος (τὸ)
1 opinion, croyance, Plat. Pol. 260b, Theæt. 158e ; Eur. El. 383 ||
2 gloire, Spt. Esaï. 46, 13 ; Thren. 2, 1.
Étym. δοξάζω.