δυσπλοέω-οῶ

δυσπλοΐα

δύσπλοος-ους
δυσπλοΐα, ας () navigation difficile, Str. 1, 2, 31 ; 16, 4, 23 Kram. ; Phil. 1, 601 ||
E Ion -ΐη, Anth. 7, 630.
Étym. δύσπλοος.