δύσπνοος-ους

δυσπολέμητος

δυσπόλεμος
δυσ·πολέμητος, ος, ον, contre qui l’on ne peut guerroyer, invincible, Eschl. Suppl. 649 ; Isocr. 69a ; Dém. 41, 9 ; 156, 10, etc.
Étym. δ. πολεμέω.