Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
δυσθνῄσκω
δύσθραυστος
δυσθρήνητος
δύσ·θραυστος,
ος, ον,
difficile à briser,
Diosc.
4, 143, 146 ;
Gal.
6, 318
.
Étym.
δ. θραύω
.