δυσθρήνητος

δύσθροος

δύσθρυπτος
δύσ·θροος, οος, οον,
1 qui parle mal, Pd. P. 4, 111 ||
2 plaintif, Eschl. Pers. 636, 940, 1076.
Étym. δ. θρόος.