εἰνάλιος

εἰναλίφοιτος

εἰνάνυχες
εἰν·αλί·φοιτος, ος, ον [ᾰῐ] qui se plonge dans la mer, Anth. 6, 16.
Étym. εἰν, ἅλς, φοιτάω.