εἰσηγητέον

εἰσηγητής

εἰσηγητικός
εἰσηγητής, anc. att. ἐσηγητής, οῦ () qui introduit, qui est la cause de, auteur, Thc. 8, 48 ; DC. 46, 28 ; 52, 41 ; etc. ; Luc. Anach. 14 ||
E ἐσηγ. Thc. DC. ll. cc.