ἐμπαιδεύω

ἐμπαιδοτριϐέομαι-οῦμαι

ἐμπαιδοτροφέω-ῶ
ἐμ·παιδοτριϐέομαι-οῦμαι [] s’exercer à, dat. Jos. B.J. 2, 8, 12 ; DC. 77, 21.
Étym. ἐν, π.