Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἔγγλισχρος
ἔγγλυκος
ἔγγλυμμα
ἔγ·γλυκος,
ος, ον
[
ῠ
] doucereux,
Diosc.
5, 10
.
Étym.
ἐν, γλυκύς
.