Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἔνσπονδος
ἔνσπορος
ἐνσπουδάζω
ἔν·σπορος,
ος, ον,
c.
ἔνσπερμος,
Herm.
Poem.
31, 10 ;
32, 6
.
Étym.
*ἐνσπείρω
.