ἐνστενοχωρέω-ῶ

ἐνστερνίζω

ἐνστηλιτεύω
ἐν·στερνίζω, presser sur son sein, embrasser, au moy. Clém. 1, 301 Migne ; Chrys. 7, 296.
Étym. ἐν, στέρνον.