ἐπευκτός

ἐπευλαϐέομαι-οῦμαι

ἐπευνακταί
ἐπ·ευλαϐέομαι-οῦμαι [λᾰ] (impf. 3 sg. ἐπευλαϐεῖτο) prendre garde, craindre de, Spt. 2 Macc. 14, 18.