Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἐπιδρομία
ἐπιδρομικός
ἐπίδρομος
ἐπιδρομικός,
ή, όν,
fait en courant, précipité,
au cp.
-ώτερος,
Sext.
M.
5, 3
.
Étym.
ἐπίδρομος
.