Ἐπίουρος

ἐπιούσιος

ἐπιόψομαι
ἐπιούσιος, ος, ον, du jour suivant, quotidien, NT. Matth. 6, 11 ; Luc. 11, 3 (ἐπιοῦσα ἡμέρα, part. prés. de ἔπειμι 2).