ἐπίπαγχυ

ἐπιπαθής

ἐπιπαιανίζω
ἐπι·παθής, ής, ές [] sujet à certaines impressions, P. Alex. Apot. p. 42, 11 ||
Cp. -έστερος, Apot. p. 53, 18.
Étym. ἐπί, πάθος.