ἐπιτεχνάομαι-ῶμαι

ἐπιτέχνημα

ἐπιτέχνησις
ἐπιτέχνημα, ατος (τὸ) nouvelle invention, El. N.A. 12, 16.
Étym. ἐπιτεχνάομαι.