ἐπιθαμϐέω-ῶ

ἐπιθανάτιος

ἐπιθανατίως
ἐπι·θανάτιος, ος, ον [ᾰᾰ]
1 condamné à mourir, DH. 7, 35 ; NT. 1 Cor. 4, 9 ; Chrys. 10, 99 Migne ||
2 funéraire, Lib. 4, 588.
Étym. ἐπί, θάνατος.