ἐρρυθμισμένως

ἔρρυθμος

ἐρρύθμως
ἔρ·ρυθμος, ος, ον, rythmé, mesuré, cadencé, Plut. M. 623b ; DH. 5, 197, 9 Reiske, etc.
Étym. ἐν, ῥυθμός.