ἐρωτοπαίγνιον

ἐρωτοπλάνος

ἐρωτοπλοέω-οῶ
ἐρωτο·πλάνος, ος, ον [] qui trompe l’amour, Anth. 7, 195.
Étym. ἔ. πλάνη.