εὐεργετέω-ῶ

εὐεργέτημα

εὐεργέτης
εὐεργέτημα, ατος (τὸ) bienfait, Xén. Cyr. 8, 2, 2 ; Isocr. 47c, etc. ; au pl. Xén. Cyr. 5, 5, 34.
Étym. εὐεργετέω.