Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
εὐεργετητέον
εὐεργετητικός
εὐεργετικός
εὐεργετητικός,
ή, όν,
c. le suiv.
Arstt.
Nic.
9, 11 dout.
Étym.
var.
εὐεργετικός
.