εὐλοέτειρα

εὐλοιδόρητος

εὐλοκοπέομαι-οῦμαι
εὐ·λοιδόρητος, ος, ον :
1 facile à blâmer, Plut. M. 757a ||
2 exposé aux insultes, Mén. 439 Kock.
Étym. εὖ, λοιδορέω.