Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
γενητικός
γενητός
Γένθιος
γενητός,
ή, όν,
engendré, créé,
Plat.
Tim.
28
b
;
p. opp. à
ἀΐδιος,
Arstt.
Cæl.
1, 11
.
Étym.
γενέσθαι
;
cf.
γεννητός
.