γομφιόδουπος

γομφίος

γομφίτης
γομφίος, ου () s. e. ὀδούς :
1 dent molaire, Hdt. 9, 83 ; Ar. Pax 34 ; Ran. 572 ; Xén. Mem. 1, 4, 6 ; Arstt. P.A. 3, 1, 3 (cf. προσθίος) ||
2 p. anal. dent d’une clef, Ar. Th. 423.
Étym. γόμφος.