Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
γυναικοθοίνας
γυναικόθυμος
γυναικοθύμως
γυναικό·θυμος,
ος, ον
[
ῠῡ
] au cœur de femme,
Ptol.
Tetr.
p. 162
.
Étym.
γ. θυμός
.