ἑορταῖος

ἑορτάσιμος

ἑορτάσιος
ἑορτάσιμος, ος, ον [] de fête, Jos. A.J. 11, 6, 13 ; Plut. M. 270a ; τὰ ἑορτάσιμα, Luc. Sat. 11, apprêts d’une fête.
Étym. ἑορτάζω.