ἵππαγρος

ἱππαγωγός

ἱππάζομαι
ἱππ·αγωγός, ός, όν [] qui sert au transport des chevaux : ἱππ. πλοῖα, Hdt. 6, 48 ; νέες, Hdt. 6, 95 ; ναῦς, Thc. 2, 56 ; 4, 42 ; τριήρεις, Dém. 44, 20 ; DS. 11, 3 ; ou simpl. αἱ ἱππαγωγοί, Ar. Eq. 599 ; Dém. 46, 5, vaisseaux de transport pour les chevaux.
Étym. ἵ. ἄγω.