ὁμόδουπος

ὁμοδρομέω-ῶ

ὁμοδρομία
ὁμοδρομέω-ῶ, courir en même temps ou aussi vite, Alcid. Soph. p. 80 ; fig. Plut. M. 1143f ; τινι, T. Locr. 97a ; Max. π. κατ. 232, que qqn ou qqe ch.
Étym. ὁμόδρομος.