Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὁραματισμός
ὁραματιστής
ὄραμνος
ὁραματιστής,
οῦ
(
ὁ
) [
ᾱμᾰ
] visionnaire,
Symm.
Esaï.
56, 10
.
Étym.
ὁραματίζομαι
.