Ὕσακος

ὑσγινοϐαφής

ὑσγινόεις
ὑσγινο·ϐαφής, ής, ές [ῑᾰ] teint en rouge écarlate, Xén. Cyr. 8, 3, 13 ; Cléarq. (Ath. 255e) ; τὰ ὑσγινοϐαφῆ, Ath. 539e ; Luc. Gall. 14, vêtements d’écarlate.
Étym. ὕσγινον, βάπτω.