Ὕσπορος

ὕσσακος

ὑσσός
ὕσσακος, ου ou p.-ê. ὕσσαξ, ακος () [ᾰκ] gén. pl. ὑσσάκων, c. αἰδοῖον γυναικεῖον, Ar. Lys. 1001.