Ὑστάσπης

ὑστάτιος

ὕστατος
ὑστάτιος, α, ον [] le dernier, Il. 15, 636 ; Od. 9, 14 ; ἡ ὑστατίη, Q. Sm. 14, 315, la fin ; adv. ὑστάτιον, Il. 8, 353 ; Od. 9, 14 ; Call. Ap. 79, pour la dernière fois, enfin.
Étym. ὕστατος.