Ἰόπη

ἰοπλόκαμος

ἰόπλοκος
ἰο·πλόκαμος, ος, ον [ῐᾰ] aux tresses aux reflets violets, Pd. P. 1, 1 ; Sim. fr. 21.
Étym. ἴον, πλόκαμος.