Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κακοδαιμονίζω
κακοδαιμονικός
κακοδαιμονιστέον
κακοδαιμονικός,
ή, όν
[
ᾰ
] qui porte malheur,
DL.
7, 104 ;
Sext.
428 Bkk.
Étym.
κακοδαίμων
.