Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κάλλιπον
καλλίπονος
καλλιπόταμος
καλλί·πονος,
ος, ον
[
ῐ
] d’un beau travail,
P. Sil.
Ecphr. ag. Soph.
554
.
Étym.
κ. πόνος
.