Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
Καπανήϊος
καπανικός
κάπανος
καπανικός,
ή, όν
[
ᾰᾱ
] capable de remplir un chariot,
d’où
abondant,
Ar.
fr. 413
au cp.
-ώτερος
.
Étym.
καπάνη
.