Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καταδουλόω-ῶ
καταδούλωσις
Κατάδουπα
καταδούλωσις,
εως
(
ἡ
)
1
asservissement,
Thc.
3, 10 ;
7, 66
||
2
servitude,
Plat.
Leg.
776
d
.
Étym.
καταδουλόω
.